Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

Kάποτε......

Kάποτε ο χρόνος είχε τέσσερις εποχές, σήμερα έχει δύο.
Κάποτε δουλεύαμε οκτώ ώρες, σήμερα έχουμε χάσει το μέτρημα.
Κάποτε είχαμε χρόνο να πάμε για καφέ με τους φίλους μας.

Τώρα τα λέμε μέσω MSN και Skype.
Κάποτε είχαμε χρόνο να κοιτάξουμε τον ουρανό, να δούμε το χρώμα του, να ακούσουμε το κελάϊδισμα των πουλιών, να νιώσουμε την ευωδιά του βρεγμένου χώματος.

Σήμερα τα βλέπουμε στην τηλεόραση.
Κάποτε παίζαμε με τους φίλους μας ποδόσφαιρο στις αλάνες.

Σήμερα παίζουμε ποδόσφαιρο στο Playstation.
Κάποτε ζητάγαμε συγγνώμη από κοντά.

Σήμερα το λέμε και με SMS.
Κάποτε κυκλοφορούσαμε με ταπεινά αυτοκίνητα 1000 κυβικών και ήμασταν χαρούμενοι.

Σήμερα κυκλοφορούμε με τζιπ 2000 κυβικών και στεναχωριόμαστε που δεν έχουμε τζιπ... 3000 κυβικών.
Κάποτε αγοράζαμε ένα παντελόνι και το είχαμε για δύο χρόνια.

Τώρα το έχουμε δύο μήνες και μετά παίρνουμε άλλο. Κάποτε ζούσαμε σε σπίτι 65 τετραγωνικών και...
ήμασταν ευτυχισμένοι.

Σήμερα ζούμε σε σπίτια 120 τετραγωνικών και δεν χωράμε μέσα...
Κάποτε λέγαμε καλημέρα σε ένα περαστικό και τον ρωτούσαμε για την τάδε οδό.
Σήμερα μας το λέει ο navigator.

Κάποτε πίναμε νερό της βρύσης και ήμασταν μια χαρά. Σήμερα πίνουμε εμφιαλωμένο και...αρρωσταίνουμε.
Κάποτε είχαμε τις πόρτες των σπιτιών ανοικτές, όπως και τις καρδιές μας.
Σήμερα κλειδαμπαρωνόμαστε, βάζουμε συναγερμούς και έχουμε και 5-6 λυκόσκυλα για να μην αφήσουμε κανέναν να μας πλησιάσει. Είτε είναι καλός, είτε κακός.
Κάποτε η σκληρή δουλειά ήταν ιδανικό.
Σήμερα είναι μαλακία.
Κάποτε οι τραγουδίστριες τραγουδούσαν με τη φωνή. Σήμερα τραγουδούν με κάτι άλλο.
Κάποτε βλέπαμε στην τηλεόραση κινούμενα σχέδια με τον Μίκυ Μάους, τον Σεραφίνο, τον Τιραμόλα.
Σήμερα βλέπουμε τους Power Rangers και τους Monsters με όπλα και χειροβομβίδες να σκοτώνουν και να ξεκοιλιάζουν...τους κακούς.
Κάποτε μας αρκούσε μια βόλτα με την κοπέλα μας ή το παληκάρι μας σε ένα ταπεινό δρομάκι της γειτονιάς, χέρι-χέρι, να κοιτάμε τον ουρανό, να σιγοψιθυρίζουμε ένα ρομαντικό τραγουδάκι και να ταξιδεύουμε νοερά. Σήμερα πάμε διακοπές στο Ντουμπάι, στο Μαρόκο και στο Μεξικό κι ονειρευόμαστε ταξίδια στο Θιβέτ.
Κάποτε είχαμε το θάρρος και τη λεβεντιά να λέμε «Έκανα λάθος».

Σήμερα λέμε
«Αυτός φταίει»...

Κάποτε ζούσαν με το μισθό τους.
Σήμερα ζούνε με τους μισθούς που ΘΑ πάρουμε.
Κάποτε δεν είχαμε φράγκο στην τσέπη, μα ήμασταν τόσο, μα τόσο αισιόδοξοι, ακόμη κι ευτυχισμένοι!
Σήμερα έχουμε τα πάντα και τρωγόμαστε με τα ρούχα μας.

Κάποτε περνάγαμε υπέροχα στο ταβερνάκι της γειτονιάς, με κρασάκι, τραγούδι και κουτσομπολιό. Σήμερα...μιζεριάζουμε σε ακριβά εστιατόρια.
Κάποτε ιδανικό ήταν να γίνεις αναγνωρισμένος.
Σήμερα ιδανικό είναι να γίνεις απλά αναγνωρίσιμος..
Κάποτε τα δανεικά τα έδινε ο αδελφός.

Σήμερα μας δανείζουν οι τράπεζες.
Κάποτε κοιτούσαμε στα μάτια τους ανθρώπους.

Τώρα τους κοιτάμε στην τσέπη.
Κάποτε δουλεύαμε για να ζήσουμε.

Σήμερα ζούμε για να δουλεύουμε.
Κάποτε είχαμε χρόνο για τον εαυτό μας.

Σήμερα δεν έχουμε χρόνο για κανένα....


 

Αυτό το «Κάποτε», το έλεγαν Ζωή....
 

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009

Η Μαρίνα των βράχων

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα πού γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους.
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της χίμαιρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!
....................................................................................
'Ακουσε ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
'Εχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι,
Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
'Η για να πας καβάλα στο μαίστρο.
Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.
  Οδυσ.Ελύτης

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009

...για να 'ρχεσαι να τ' ακουμπάς τα βράδια.

 
Στίχοι: Παντελής Θαλασσινός
Μουσική: Παντελής Θαλασσινός
Πρώτη εκτέλεση: Αναστασία Μουτσάτσου


Κοιμήθηκα με δακρυσμένα μάτια
στου ονείρου μου τα πρώτα σκαλοπάτια
μες στο κρυφό πηγάδι της ψυχής μου
αντίλαλο ν' ακούσω της φωνής μου.

Ν' ακούσω μοιρολόγια και κατάρες
αντί για λόγια αγάπης με κιθάρες,
οι πίκρες θα με κάνουν νάνι-νάνι
στον ύπνο μου η αγάπη να πεθάνει.

Κι αν τη ζωή αποφάσισα να ζήσω
φτιάχνω τους δρόμους να την περπατήσω
γιατί ήσουν κάτι πιο πολύ.

Ψάχνω να βρω αιτίες να σε μισήσω,
βρίσκω πολλές να σε ξαναγαπήσω
γιατί ήσουν κάτι πιο πολύ.

Κοιμήθηκα με διψασμένα χείλια
με κόκκινα κεράσια και σταφύλια,
μετέωρα σου άφησα τα χάδια
για να 'ρχεσαι να τ' ακουμπάς τα βράδια.

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

Τη βάρκα μου τη λένε ''κουβεντούλα''!

Η κουβεντούλα με αγαπημένους φίλους πολλές φορές είναι τόσο γόνιμη που με προκαλεί να αναζητήσω αγαπημένα αναγνώσματα και να πάω τη σκέψη και την καρδιά μου λίγο παραπέρα ....Σας παραθέτω λοιπον αποσπασματα απο τα βιβλία της Αλκυόνης Παπαδάκης που με έπεισαν να δω λιγάκι αλλιως αυτό το δύσκολο ταξιδεμα στην καθημερινότητα !
Αφιερωμένα.... σε ποιους άλλους?στους φίλους που δεν σταματούν ν'αναζητούν!

Χάσαμε πολλά, γιατί δε μάθαμε ποτέ να στηνουμε στην ψυχή μας αναχώματα.
Χάσαμε, γιατί δεν φορέσαμε στολές παραλλαγής.
Μα περισσότερα χάσαμε, γιατι μπερδέψαμε την αγάπη με την ανοχή...
 
..αν δεις την ψυχή μου να τρέχει με ματωμένα γόνατα κοντά σου, μην τρομάξεις...
Δεν ειναι τιποτα καλέ
.Απο το παιχνίδι είναι.
Ολα τ'απογεύματα της ζήσης μου τα πέρασα παιζοντας κυνηγητό με τα όνειρα μου...!!


Μια ζωή θυμάμαι τον εαυτό μου να φτιάχνει στέκια και καταφύγια για την ψυχή μου.
 Κι εκεί που είναι όλα έτοιμα κι έχω αρχίσει να βολεύομαι, εκεί που είναι τα πάντα τακτοποιημένα και κάθομαι λίγο να ξεκουραστώ και να κάμω τσιγαράκι, μπαίνει ο διάολος μέσα μου και μου την ανάβει.
-Τι 'ναι τούτα δω τα σκιάχτρα; μου λέει. Δεν είναι για σένα η λούφα, κορίτσι μου. Πάλι πλαστογραφίες κάνεις;
Και βροντάω τότε ένα ασιχτίρ και τα κάνω όλα κεραμιδαριό.
Ύστερα κάθομαι σταυροπόδι και γλείφω τις πληγές μου σαν το σκυλί.
 Δεν πειράζει, λέω. Πάμε γι' άλλα.
Όπως και να 'χει το πράμα, η Ρόζυ γεννήθηκε με το βλέμμα καρφωμένο στο ξημέρωμα.
 Όρτζα τα πανιά λοιπόν.
Ένα μικρό ψαροκάικο είναι η ζωή μου.
Ένα μικρό φθαρμένο ψαροκάικο που έχει σμαραγδένια φεγγάρια στο κατάρτι του κι έναν ξεσκούφωτο ήλιο αληταρά για τιμονιέρη.

...Έζησα τόσα χρόνια σ'αυτή τη γη.
Δεν αρνήθηκα ποτέ τα λάθη μου.
Δε γουστάρω τους ανθρώπους που είναι ατσαλάκωτοι.
 Αξίζει να ζεις μέσα στη γυάλα, από το φόβο μην πληγωθείς; αξίζει να βάζεις αμπάρες στην ψυχή σου, από φόβο μην μπει κανείς και σε ληστέψει;
Ζήσε τη ζωή σου ελεύθερα.
Κι όταν τσακίζεσαι να 'χεις το θάρρος να λες: με γεια μου με χαρά μου. Φτου κι απ'την αρχή τώρα....


– Δίνε το χέρι σου στον άλλο χωρίς να κρίνεις.
 Κάνε του λίγο χώρο μέσα σου να ξαποστάσει. Να πιεί μια γουλιά νερό.
 Σ' αυτό τον κόσμο, παλικάρι, όλοι έχουμε μερίδιο σε όλα. Μερίδιο στη χαρά, στα λάθη στην απόγνωση.
 Κι εσύ, θα 'ρθουν φορές που θα τα κάνεις θάλασσα στη ζωή σου.
 Ε! Δε θα σημάνει ποτέ γι' αυτό το τέλος του κόσμου!
 Εγώ είμαι γέρος, κι ακόμα κάποιες φορές τα κάνω θάλασσα.
 Δε βγαίνει με συνταγές η ζωή. Aντε στην υγειά σου!


Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009

Επιστρέφοντας...........

"-Αγαπάς, Τέρπανδρε ?
-Τι εννοείτε?
-Αυτό που ακούς εννοώ. Αγαπάς?
-Ναι. Πολύ. Αγαπάω. Μοιράζομαι...
-Με ό,τι συνεπάγεται αυτό?
-Α, λέτε την ευθύνη, την αγωνία...το τίμημα..το..
-Να αγαπάς.  Είναι το σημαντικότερο που θα μπορούσες.
 Είναι πάνω από τη δημοσιογραφία σου. Κι από την Ποίηση και τη δημιουργία.  Πολύ πιο πάνω. 

Να αγαπάς, Τέρπανδρε.
-Κύριε Ευχέτη...
-....
-Μη φεύγετε, κύριε Ευχέτη. Μη....

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΑΤΖΗΣ